Ένα πετράδι στο στέμμα της Κορινθίας
Το Μουσείο έχει σκοπό να καταδείξει την αλληλεξάρτηση ανθρώπου και φύσης, καθώς και την αρμονική συνύπαρξή τους στη λεκάνη της Στυμφαλίας. Βασικοί στόχοι του μουσειολογικού σχεδιασμού είναι η οικολογική ευαισθητοποίηση του κοινού και η διάσωση της γνώσης για την παραδοσιακή τεχνολογία της περιοχής.
Η αρχιτεκτονική δομή του Μουσείου
Το Μουσείο Περιβάλλοντος Στυμφαλίας (ΜΠΕΣΤ) δημιουργήθηκε από το Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς (ΠΙΟΠ), το οποίο έχει και την ευθύνη της λειτουργίας του για τα επόμενα 50 χρόνια. Στεγάζεται σε κτίριο που σχεδιάστηκε για τους σκοπούς του μουσείου, σε έκταση που παραχωρήθηκε από τον Δήμο Στυμφαλίας και το Δασαρχείο.
Το έργο εντάχθηκε στο Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Πελοποννήσου 2000-2006 και χρηματοδοτήθηκε από το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, με την αρωγή της Τράπεζας Πειραιώς.
Το μουσείο χτίστηκε στην απότομη πλαγιά ενός από τους κατάφυτους λόφους που περιβάλλουν την λίμνη της Στυμφαλίας. Το οικόπεδο ορίζεται προς την πλευρά της λίμνης από ένα μονοπάτι χαραγμένο μέσα στην πυκνή θαμνώδη βλάστηση που συνδέει τον επαρχιακό δρόμο των αυτοκινήτων με το παρατηρητήριο που έχει διαμορφωθεί στην κορυφή του, από όπου μπορεί κανείς να δει να απλώνεται μπροστά του η ευρύτερη περιοχή της Στυμφαλίας και τα γύρω βουνά.
Το μουσείο αναφέρεται στην λίμνη και αποτελείται από δύο ενότητες. Η πρώτη περιλαμβάνει εκθέματα που σχετίζονται με παραδοσιακά επαγγέλματα της ευρύτερης περιοχής, πολλές φορές άμεσα συνδεδεμένα με αυτήν. Η δεύτερη ενότητα επιχειρεί να ενημερώσει και να ευαισθητοποιήσει τους επισκέπτες για το περιβάλλον και το οικοσύστημα της περιοχής, όπως και για την ιστορία τους. Οι δύο ενότητες οργανώνονται σε παράλληλες ζώνες εκατέρωθεν ενός ισχυρού γραμμικού τοίχου που τοποθετείται εγκάρσια στις υψομετρικές καμπύλες του εδάφους. Η χάραξη ενός δεύτερου άξονα κάθετου προς τον τοίχο ορίζει τις βασικές προσβάσεις και διαφοροποιεί τις κοινόχρηστες λειτουργίες από τους εκθεσιακούς χώρους.
Η διαρρύθμιση
Η ρυθμική επανάληψη παράλληλων τοιχίων προσδίδει την επιθυμητή κλίμακα στο κτίριο και συμβάλει στην δημιουργία εκθεσιακών υποενοτήτων. Οι απλοί επιμέρους πρισματικοί όγκοι σηματοδοτούν τις διαφορετικές λειτουργικές ενότητες και βοηθούν την αναγνωρισιμότητα του συνόλου. Η κεντρική αυλή, με την ελαφριά στροφή ως προς τους βασικούς άξονες της σύνθεσης, αποδεσμεύεται από αυτούς και απομακρύνεται από την κτιριακή μάζα έτσι ώστε να αποτελέσει φυσική συνέχεια του περιβάλλοντος. Η γραμμικότητα της σύνθεσης ενισχύεται με την τοποθέτηση στεγασμένου ξύλινου εξώστη με θέα την λίμνη που αποτελεί την βασική και κυρίαρχη αναφορά του μουσείου. Στην οριζόντια ανάπτυξη της κτιριακής μάζας αντιπαρατίθεται η κατακόρυφη μπετονένια καμινάδα που λειτουργεί και ως σήμα. Το κτίριο δεν προσπαθεί να κρυφτεί μέσω της κλιμάκωσης των όγκων του ακολουθώντας το επικλινές έδαφος.
Αντίθετα, ξεπροβάλλει μέσα από αυτό δηλώνοντας έντονα την παρουσία του, αποφεύγοντας εικονογραφικές αναφορές και γραφικότητες. Η τεχνητή αυτή επέμβαση μοιάζει να συμπληρώνει το τοπίο και να αποτελεί ένα δοχείο υποδοχής για τον επισκέπτη που θέλει να αναγνώσει την περιοχή. Ο στεγασμένος ξύλινος εξώστης προσφέρει τη δυνατότητα ενός περιπάτου σε υψηλότερη στάθμη από αυτή του εδάφους, προκειμένου να διακρίνει κανείς καλύτερα τα περιγράμματα και τα όρια της λίμνης. Η είσοδος στο μουσείο προσεγγίζεται μέσω ραμπών – διαδρόμων με ελαφριά κλίση και είναι διαμπερής με εισόδους, εξόδους προς τον προτεινόμενο δρόμο πρόσβασης και προς την πορεία ανάβασης πεζών στο παρατηρητήριο.
Από την είσοδο, γίνεται σαφής και ευανάγνωστη η πορεία που μπορεί να ακολουθήσει ο επισκέπτης του μουσείου για να το δει. Έτσι η πρώτη ενότητα αποτελείται από συνεχείς ανοικτές αίθουσες που τοποθετούνται γραμμικά κατά μήκος του πέτρινου τοίχου οργάνωσης του μουσείου. Οι αίθουσες αυτές έχουν μεγάλα ανοίγματα προς τη λίμνη και πρόσβαση στον εξώστη που μοιάζει να αιωρείται στο κενό. Η κατασκευή στεγάστρου πάνω από τον ξύλινο εξώστη με ξύλινες περσίδες και μεταλλικό σκελετό, εξασφαλίζει ηλιοπροστασία, λόγω του νοτιοδυτικού προσανατολισμού. Με τις κάθετες περσίδες επιτυγχάνεται ένας διάχυτος φυσικός φωτισμός, αλλά και η αποφυγή εγκλωβισμού του θερμού αέρα. Σε πολλά σημεία του κτιρίου εξασφαλίζεται διαμπερής αερισμός και εύκολη απαγωγή του θερμού αέρα από ψηλά παράθυρα – φεγγίτες. Στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, για παράδειγμα, σχεδιάζονται συμμετρικά στις τέσσερεις πλευρές της τετράγωνης κάτοψης, τέτοιου είδους παράθυρα. Στον ίδιο χώρο, η επένδυση των τοιχίων με πέτρα εξασφαλίζει εξοικονόμηση ενέργειας για τη θέρμανση και τη ψύξη του χώρου. Η προσαρμογή του κτιρίου στο τοπικό κλίμα επιτυγχάνεται με τον προσανατολισμό του και τη γεωμετρία των ανοιγμάτων του.
Υπάρχει επιδίωξη περιορισμού της κατανάλωσης συμβατικής ενέργειας, στο κατώτερο δυνατό επίπεδο, χωρίς φυσικά να διαταράσσονται οι συνθήκες θερμικής άνεσης. Η αξιοποίηση των θετικών παραμέτρων του τοπικού κλίματος, όπως οι δροσεροί άνεμοι για τη φυσική ψύξη, αλλά και η αξιοποίηση της ηλιακής ενέργειας κατά του χειμερινούς μήνες, βοηθάει στον παραπάνω στόχο. Η σχεδιαστική πρόταση στο συγκεκριμένο κτίριο αλλά και στη συνολικότερη δουλειά των αρχιτεκτόνων, μοιάζει σαν μια συνέχεια του ελληνικού μοντερνισμού με ιδιαίτερη ευαισθησία στην ανάπτυξη του αρχιτεκτονικού προγράμματος και του τρόπου χρήσης των υλικών.
Το νέο Μουσείο Περιβάλλοντος Στυμφαλίας
Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010Αναρτήθηκε από ntelalis στις 3:35 μ.μ.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου